Tags

, , , ,

“Αυτός που μιλάει δεν ξέρει. Αυτός που ξέρει δεν μιλάει”

Λάο Τσε

Και θα συμπληρώσω εγώ πως αυτός που ξέρει δεν χρειάζεται, δεν έχει την ανάγκη ν’ ακούσει κιόλας.

Είμαστε όντα που νιώθουμε την ανάγκη να χρησιμοποιούμε όλες τις αισθήσεις μας. Αισθανόμαστε λειψοί όταν μια απ’ αυτές απουσιάζει. Λειψοί, ακόμη και όταν μια απ’ αυτές έχει μικρότερη παρουσία απ’ τις άλλες.

Πάραυτα, λόγω ρυθμών και καταστάσεων, πολλές φορές συμβιβαζόμαστε και δεχόμαστε αυτή την απουσία.

Υπάρχουν όμως και καταστάσεις τις οποίες έχουμε ανάγκη να τις ζήσουμε με όλες τις αισθήσεις μας, απαιτούμε να τις ζήσουμε με όλες τις αισθήσεις μας. Και είμαστε αδιαπραγμάτευτοι σε αυτό.

Ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα που θέλουμε να το βιώνουμε έτσι απαιτητικά. Θέλουμε να τον βλέπουμε τον έρωτα, να τον αγγίζουμε, να τον μυρίζουμε, να μιλάμε γι’ αυτόν. Να τον ακούμε.. Νιώθουμε ότι υστερεί σε κάτι όταν λείπει μια έκφραση του, μια αίσθηση του.

Γιατί όμως το αντιμετωπίζουμε έτσι; Είναι όντως μη ολοκληρωμένος ο έρωτας όταν δεν εκφράζεται  με όλους τους τρόπους των αισθήσεων; Είναι μη πραγματικός ή μικρότερης αξίας όταν του λείπει μια αίσθηση;

Ο έρωτας όταν υπάρχει πραγματικά δεν μπορεί να κρυφτεί, όπως και όταν απουσιάζει, δεν μπορεί να προσποιηθεί. Όταν υπάρχει, φωνάζει την παρουσία του. Εκφράζεται από μόνος του. Μέσα από βλέμματα. Μέσα από ουσιαστικές πράξεις και εκδηλώσεις. Γιατί να χρειάζεται και δηλώσεις; Γιατί δεν μπορούμε να αφήσουμε λίγο ρεαλισμό να τρυπώσει σ ‘αυτό το κατά τ’ άλλα μη ρεαλιστικό, σχεδόν σουρεάλ συναίσθημα;

Με απλή ορθή λογική, με την αίσθηση της όρασης και όχι μόνο, το βλέπουμε πως νοιάζεται, ενδιαφέρεται. Γιατί πρέπει να το ψιθυρίσει, να μας το πει, να το φωνάξει; Γιατί τα αυτιά μας είναι τόσο ανασφαλή και απαιτητικά; Σχεδόν γκρινιάρικα, σαν κακομαθημένο παιδάκι, θέλουν να ακούσουν λόγια, εκφράσεις λεκτικές, αρεσκείας, πόθου, λατρείας.

Μήπως νομίζουν πως αν το ονομάσουμε, αν ντύσουμε τον έρωτα με λέξεις, μόνο τότε θα είναι χειροπιαστός και πραγματικός; Ο “ακατονόμαστος” έρωτας δεν είναι αληθινός; Δεν έχει “υλική” υπόσταση;

Δηλώνοντας τον έχουμε την εντύπωση πως “δημοσιοποιείται”, “επισημοποιείται”. Δημιουργεί δέσμευση η δημοσιοποιήση. Και έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε πως υπάρχει μια δέσμευση που κρατάει όλα αυτά τα διάχυτα, ανεξήγητα που νιώθουμε.

Η ανασφάλεια μας, όμως είναι αυτή που μας οδηγεί να θέλουμε, να έχουμε την ανάγκη να ακούσουμε λόγια. Να μας κάνει να απαιτούμε από τον άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας να μας ανοίξει όλα τα χαρτιά του λεκτικά. Ακόμη και αν πρακτικά το κάνει. Ακόμη και όταν οι πράξεις του φωνάζουν πιο δυνατά από οποιαδήποτε λέξη, εμείς επιμένουμε να θέλουμε να μας ονομάσει κάθε χαρτί ξεχωριστά. Ακόμη και όταν μας τα δίνουν ανοιχτά μπροστά στα μάτια μας.

Τι θέλουμε ν’ ακούσουμε; Ότι είμαστε επιθυμητοί, ποθητοί; Ότι μας νοιάζονται; Γιατί δε μας φτάνει που μας το δείχνουν; Γιατί μας είναι τόσο απαραίτητο να το ακούσουμε κιόλας;

Πρέπει όμως να δούμε την ουσία. Να μάθουμε να ανακαλύπτουμε και να αναγνωρίζουμε τις πραγματικές πρακτικές εκφράσεις του έρωτα. Να μάθουμε να ξεχωρίζουμε πότε απλά είναι πράξεις πάθους και λαγνείας και πότε κρύβουν συναίσθημα.

Και κυρίως δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε αυτά μόνο που ακούν τα αυτιά μας. Τα λόγια είναι ικανά να μας κάνουν τυφλούς, να μας κάνουν ανίκανους να δούμε ότι επί ουσίας τα συγκεκριμένα λόγια δεν συμβαδίζουν με τις πράξεις.

Ούτε πρέπει να έχουμε ως απόδειξη του έρωτα λόγια και να συμπεραίνουμε την απουσία του όταν απουσιάζουν οι λέξεις. Τα λόγια πολλές φορές περιττεύουν, γιατί πολλές φορές δεν αρκούν για να εκφράσουν αυτό που οι πράξεις, οι χειροπιαστές αποδείξεις φωνάζουν.

“Αν σ’ αγαπούσα λιγότερο, θα μπορούσα ίσως να μιλώ γι’ αυτό περισσότερο.