Tags

, , ,

Tears
Γλυκά ή φαρμακωμένα τα δάκρυα πάντα ανακουφίζουν
Λέει ένα απόφθεγμα. Πόσο αληθινό είναι αυτό.
Χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, πικραμένοι, απογοητευμένοι, τα δάκρυα πάντα είναι η λύτρωση μας.
Είναι και αυτά τα δάκρυα όμως που δεν έχουν ταυτότητα. Δεν κατηγοριοποιούνται.
Είναι δάκρυα που υποβόσκουν…αν και κατά βάθος γνωρίζουμε την ύπαρξη τους.
Και όμως όταν εμφανιστούν πάντα μα πάντα μας προκαλούν έκπληξη.
Μας εκπλήσσει το μέγεθος, η ένταση τους, η ευκολία που τελικά πέφτουν.
Γιατί μπορεί να αργούν, αλλά όταν έρθει η ώρα τους έρχονται σαν χείμαρρος.
Και αυτός ο χείμαρρος είναι τόσο δυνατός που μπορεί να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του.
Που κρυβόταν; Πόσο καιρό κρυβόταν;
Και γιατί τώρα. Γιατί στην συγκεκριμένη στιγμή, χωρίς ουσιαστική αφορμή.
Γιατί τώρα  πήραν το θάρρος να αποκαλυφθούν τώρα χωρίς ίχνος δισταγμού.
Και πάντα είναι δάκρυα που καίνε.
Και συνοδεύονται πάντα με ανεξήγητους λυγμούς και αναφιλητά.
Και ίσως έτσι υποδηλώνουν την δύναμη τους. Και το βάθος τους.
Και μας κάνουν να αναρωτιόμαστε που ήταν κρυμμένα. Για ποιο λόγο είναι εδώ.
Και είναι εδώ για όλα έχουμε μέσα μας και άλλοτε ψιθυρίζουν, κάνουν διάλογο μόνα τους και άλλες φορές φωνάζουν. Απλά φωνάζουν. Δεν περιμένουν απαντήσεις. Θέλουν να ακουστούν. Μόνο αυτό.
Αλλά αυτά που θα πουν είναι τόσο μεγάλα. Τόσο δυνατά. Ίσως τρομακτικά.
Και είναι εδώ για όλα αυτά που θα θέλαμε εμείς να πούμε. Αλλά δεν έχουμε το κουράγιο. Δεν έχουμε το κουράγιο γιατί εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε πως θα ακουστούν. Και αυτοί που θα τα ακούσουν αν θα τα αντέξουν.
Και είναι εδώ και για όλα αυτά που βλέπουμε. Αυτά που βλέπουμε και μας αναγκάζουν να χαμογελάμε…με θλίψη. Η θλίψη όταν βλέπουμε κάτι που θέλουμε και δεν μπορούμε να έχουμε. Η θλίψη του να μοιράζεσαι κάτι που το θέλεις μόνο για σένα. Να το θέλεις ολόδικο σου. Η θλίψη να μην μπορείς να το σφίξεις στην αγκαλιά σου και πρέπει απλά να κοιτάζεις. Να βλέπεις από απόσταση. Η θλίψη του να μην έχεις το δικαίωμα να το διεκδικήσεις.
Και είναι εδώ και για όλα αυτά που ακούμε. Τα λόγια αυτά που δεν το ξέρουν αλλά μας παγώνουν. Μας σκοτώνουν με αργό, βασανιστικό τρόπο. Τα λόγια αυτά που δείχνουν τόσο αθώα και παιχνιδιάρικα αλλά είναι μαχαίρια μεταμφιεσμένα. Και αυτός που τα ξεστομίζει δεν ξέρει, δεν έχει αντιληφθεί αυτή την αμφίεση τους. Πιστεύει στ αλήθεια πως είναι λόγια αστεία, παιχνιδιάρικα. Λόγια αθώα. Άκακα.
Και έρχεται κάποια στιγμή που όλες οι σκέψεις μας, τα λόγια που θέλουμε να πούμε, όλες οι εικόνες θλίψης  που έχουμε δει, όλες οι μαχαιριές – κουβέντες γίνονται ένα. Κάνουν μια μυστική συμφωνία. Γίνονται μια παρανοϊκή συμμορία οπλισμένη δάκρυα…
Και σε ανύποπτη στιγμή, μόλις μας βρούνε ευάλωτους, χωρίς στεγανά, χωρίς δικλείδες ασφαλείας μας πυροβολούν με δάκρυα. Με τα δάκρυα – χείμαρρος μας γαζώνουν σαν πολυβόλα…
Και εμείς κλείνουμε τα μάτια και περιμένουμε το τέλος μας…Αλλά ο χείμαρρος αυτός εύκολα χάνει την δύναμη του..Και όταν ανοίξουμε τα μάτια μας και ψάξουμε για τις πληγές μας δε θα βρούμε καμία..
Τα δάκρυα όση δύναμη και να έχουν χρειάζονται χρόνο για να μας ανοίξουν πληγές..όπως η θάλασσα θέλει χρόνο να αλλάξει το σχήμα ενός βράχου…
Και πάντα αυτά τα δάκρυα καταλαγιάζουν. Πάντα βρίσκουν γιατρειά κυλώντας στα μάγουλα μας και τα λησμονούμε μόλις τα σκουπίσουμε με τα χέρια μας…
Μόνο η θύμηση τους μένει. Η θύμηση ενός κρυμμένου χειμάρρου.